Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ονομάζεται από την Τουρκία το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο τελεί υπό τουρκική κατοχή από το 1974 κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων Δικαίου. Η Τουρκία προέβη στην ανακήρυξη σε κράτος των κατεχομένων αυτών εδαφών, με την ονομασία: Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ), κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών το 1983, διαμελίζοντας την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ανακήρυξη αυτή έγινε εννιά χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο με αφορμή την κατευθυνόμενη από την ελληνική Χούντα των Συνταγματαρχών του Δημήτριου Ιωαννίδη, ελληνοκυπριακή απόπειρα ανατροπής του Προέδρου Μακαρίου και την εγκατάσταση στην θέση του ενός πρωθυπουργού-μαριονέτα των Χουντικών .
Η Κατεχόμενη Κύπρος!
Τρίτη 1 Απριλίου 2014
ΚΑΣΤΡΟ ΑΓΙΟΥ ΙΛΑΡΙΩΝΑ

Κάστρο Αγίου Ιλαρίωνα
Το κάστρο αυτό είναι κτισμένο στην ομώνυμη κορυφή του δυτικού τμήματος της οροσειράς του κατεχόμενου σήμερα Πενταδάκτυλου, σε ύψος 725 περίπου μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Η τοποθεσία του κάστρου είναι πολύ εντυπωσιακή με απόκρημνους, σχεδόν κατακόρυφους μεγαλοπρεπείς βράχους. Το κάστρο είναι εντελώς απρόσιτο από τα βόρεια, τα βορειοανατολικά και τα ανατολικά. Την ονομασία του το κάστρο την πήρε από το γεγονός ότι προτού κτιστεί το φρούριο, στην κορυφή αυτή ασκήτευσε ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Νέος, ένας από τους 300 Αλαμάνους άγιους του νησιού.
Το κάστρο κτίστηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο, στα τέλη του 11ου αιώνα, όπως και τα κάστρα της Καντάρας και του Βουφαβέντο. Τα τρία αυτά κάστρα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου συνέβαλλαν στην άμυνα των βορείων ακτών της Κύπρου από τις θαλάσσιες επιδρομές. Κατά τη φράγκικη περίοδο εκτός από αμυντικό φρούριο, το κάστρο το χρησιμοποιούσε σε περιόδους ειρήνης η βασιλική οικογένεια της Κύπρου για εξοχική κατοικία και γι’αυτό και κτίστηκαν τα βασιλικά διαμερίσματα. Μετά το 14ο αι. το κάστρο αυτό, αλλά και άλλα ορεινά οχυρά, σταδιακά εγκαταλείφθηκε αφού οι εξελίξεις στις πολεμικές τέχνες κατέστησαν τα φρούρια αυτά αναποτελεσματικά. Με την κυριαρχία των Βενετών τα ορεινά κάστρα του Αγίου Ιλαρίωνα, της Καντάρας και του Βουφαβέντο κατεδαφίστηκαν για να μην υπάρχει ο κίνδυνος κατάληψης τους από εχθρικές δυνάμεις.
Κάστρο Αγίου Ιλαρίωνα
Το κάστρο αυτό είναι κτισμένο στην ομώνυμη κορυφή του δυτικού τμήματος της οροσειράς του κατεχόμενου σήμερα Πενταδάκτυλου, σε ύψος 725 περίπου μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Η τοποθεσία του κάστρου είναι πολύ εντυπωσιακή με απόκρημνους, σχεδόν κατακόρυφους μεγαλοπρεπείς βράχους. Το κάστρο είναι εντελώς απρόσιτο από τα βόρεια, τα βορειοανατολικά και τα ανατολικά. Την ονομασία του το κάστρο την πήρε από το γεγονός ότι προτού κτιστεί το φρούριο, στην κορυφή αυτή ασκήτευσε ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Νέος, ένας από τους 300 Αλαμάνους άγιους του νησιού.
Το κάστρο κτίστηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο, στα τέλη του 11ου αιώνα, όπως και τα κάστρα της Καντάρας και του Βουφαβέντο. Τα τρία αυτά κάστρα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου συνέβαλλαν στην άμυνα των βορείων ακτών της Κύπρου από τις θαλάσσιες επιδρομές. Κατά τη φράγκικη περίοδο εκτός από αμυντικό φρούριο, το κάστρο το χρησιμοποιούσε σε περιόδους ειρήνης η βασιλική οικογένεια της Κύπρου για εξοχική κατοικία και γι’αυτό και κτίστηκαν τα βασιλικά διαμερίσματα. Μετά το 14ο αι. το κάστρο αυτό, αλλά και άλλα ορεινά οχυρά, σταδιακά εγκαταλείφθηκε αφού οι εξελίξεις στις πολεμικές τέχνες κατέστησαν τα φρούρια αυτά αναποτελεσματικά. Με την κυριαρχία των Βενετών τα ορεινά κάστρα του Αγίου Ιλαρίωνα, της Καντάρας και του Βουφαβέντο κατεδαφίστηκαν για να μην υπάρχει ο κίνδυνος κατάληψης τους από εχθρικές δυνάμεις.
Κάστρο Αγίου Ιλαρίωνα: Σχέδιο κάτοψης
Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα αποτελείται από τρεις αμυντικές ενότητες κτισμένες σε τρία διαφορετικά επίπεδα:
Η πρώτη ενότητα που βρίσκεται και στο χαμηλότερο επίπεδο είναι το μεγαλύτερο σε μήκος και περιβάλλεται από το βυζαντινό τείχος. Το τείχος αυτό εκτείνεται στις τρεις πλευρές της κορυφής ενώ στην τέταρτη, βόρεια πλευρά βρίσκεται το απότομο πρανές του δεύτερου επιπέδου των οχυρώσεων. Επτά ημικυκλικοί πύργοι είναι κτισμένοι σε διαστήματα κατά μήκος του τείχους ενώ δύο άλλοι πύργοι βρίσκονται στα νότια, στο τμήμα του τείχους που προστατεύει την κύρια είσοδο του κάστρου. Πάνω από την κύρια είσοδο του κάστρου βρίσκονται ακόμη στη θέση τους τέσσερις κονσόλες, κατάλοιπα αμυντικών κατασκευών, με γλυπτή κόσμηση. Στο επίπεδο αυτό διατηρούνται πολλά κτίσματα που λειτουργούσαν ως χώροι διαμονής των στρατιωτών και φύλαξης των ζώων.
Η δεύτερη ενότητα του κάστρου, που βρίσκεται στο αμέσως ψηλότερο επίπεδο, βρίσκονται τα πιο σημαντικά κτιριακά κατάλοιπα του κάστρου. Στο επίπεδο οδηγείται κανείς μέσω ενός μεγάλου διώροφου κτιρίου της βυζαντινής περιόδου. Οι Λουζινιάν ενσωμάτωσαν σε αυτό ένα θολωτό πέρασμα που κατά την αρχαιότητα έκλεινε με κινητή γέφυρα.. Είναι στην ενότητα αυτή που διατηρούνται τα κατάλοιπα της εκκλησίας του Αγίου Ιλαρίωνα. Η εκκλησία χρονολογείται στα τέλη του 11ου αιώνα και είναι φέρει τρούλο που στηρίζεται σε οκτώ σύνθετους πεσσούς που αποτελούνται από ορθογώνιο πεσσό και συμφυή κίονα. Η κάτοψη της εκκλησίας είναι τραπεζιόσχημη και έχει εσωτερικές διαστάσεις 9.80 Χ 7.30μ. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι εσωτερικά με ακανόνιστους ασβεστόλιθους ενώ η εξωτερική επιφάνεια του νότιου τοίχου (που είναι η μόνη ορατή επιφάνεια του ναού) διατηρεί επίχρισμα κονιάματος που μιμείται τετραγωνισμένους λίθους και οπτόπλινθους. Στα ανατολικά ο ναός διατηρεί αψίδα με ημικυκλικές αχιβάδες. Η ανωδομή της εκκλησίας δεν διατηρείται ούτε και οι τοιχογραφίες που την κοσμούσαν. Ενώ η εκκλησία αρχικά δεν διέθετε νάρθηκα, προστέθηκε τραπεζιόσχημος νάρθηκας κατά το 12ο αιώνα του οποίου οι τοίχοι διατηρούνται σε ύψος 4 -5 μ. Στο 12ο αιώνα χρονολογούνται επίσης και τα τρία δωμάτια στα βόρεια της εκκλησίας. Τα ακρινά δωμάτια καλύπτονταν με τρούλο ενώ το μεσαίο με σταυροθόλιο Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας κτίστηκε στη βορειοανατολική πλευρά του ναού τραπεζιόσχημο δωμάτιο.
Βόρεια και βορειοανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Ιλαρίωνα σώζονται κάποια αξιόλογα κτίσματα όπως μια αίθουσα του 14ου αι. με υπόγειες αποθήκες και κουζίνα με θολωτή οροφή. Στα νοτιοανατολικά της μεγάλης αυτής αίθουσας βρίσκεται το belvedere (= κτίριο με ωραία θέα) με θολωτή οροφή και οξυκόρυφα τόξα. Στο ανατολικό άκρο της ενότητας αυτής βρίσκεται το τετραώροφο κτίριο με οξυκόρυφη στέγη. Το κτίριο αποτελούσε ίσως το χώρο των βασιλικών διαμερισμάτων πριν κτιστούν αυτά της τρίτης ενότητας. Στα δυτικά του κτιρίου υπάρχουν τρεις θολωτές αίθουσες σε σειρά, που χρονολογούνται στο 14ο αι.
Κάστρο Αγίου Ιλαρίωνα: Εκκλησία Αγίου
Ιλαρίωνα
Ένα απότομο μονοπάτι και μια αψιδωτή είσοδος με ημικυκλικό πύργο οδηγούν στην τρίτη ενότητα που είναι και η ψηλότερη του κάστρου. Η ενότητα αυτή αποτελείται από δύο συμπλέγματα: τα διαμερίσματα και οι βοηθητικοί χώροι που βρίσκονται χαμηλά και τα αμυντικά κτίσματα στην κορυφή.
Στο δυτικό τμήμα της αυλής είναι κτισμένα τα διαμερίσματα που αποτελούνται από ένα μακρόστενο κτίριο του 14ου αι. στο ισόγειο του οποίου υπάρχει μεγάλη θολωτή αίθουσα και δεξαμενή. Μια πλατιά σκάλα οδηγεί στον όροφο του κτιρίου ο οποίος περιλαμβάνει μεγάλη αίθουσα την οποία κάλυπτε οξυκόρυφη ξύλινη στέγη που δεν σώζεται σήμερα. Το κτίριο είχε στην ανατολική του πλευρά μια στοά που ένωνε εξωτερικά τους χώρους του ορόφου. Στο δυτικό τοίχο του κτιρίου διατηρείται μεγάλο παράθυρο γοτθικού ρυθμού και καθίσματα.
Στα νότια της αυλής, στο ψηλότερο σημείο της τρίτης ενότητας υπάρχει κτισμένο τείχος που πλαισιώνεται από δύο τετράγωνους πύργους. Τέλος, στο χώρο υπάρχουν και πολλές δεξαμενές.
ΚΑΣΤΡΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

Κάστρο Κερύνειας
Το κάστρο στην κατεχόμενη Κερύνεια πρέπει να υπήρχε μαζί με την εντός των τειχών πόλη της Κερύνειας κατά την περίοδο των πρώτων Αραβικών επιδρομών στα μέσα του 7ου αι. μ. Χ. Από το Βυζαντινό κάστρο σώζονται διάφορα τμήματα στην αυλή και αλλού, που είχαν ενσωματωθεί στις επεκτάσεις των Λουζινιανών. Είναι σε αυτό το Πρωτοβυζαντινό κάστρο που έστειλε την οικογένεια και τους θησαυρούς του ο Ισαάκιος Κομνηνός κατά την εκστρατεία του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου το 1191. Διατηρείται στο κάστρο Βυζαντινό Παρεκκλήσι που είναι κτίριο του 12ου αι με τρούλο (συντηρημένος) στηριζόμενος σε τέσσερις μαρμάρινους κίονες οι οποίοι μαζί με τα κιονόκρανά τους, πρέπει να ανήκαν σε πρωιμότερο κτίριο. Στο χώρο του παρεκκλησιού πιθανόν να υπήρχε παλιότερη Πρωτοβυζαντινή βασιλική. Το παρεκκλήσι, το οποίο βρίσκεται εκτός του κυρίου συγκροτήματος του κάστρου πιθανόν να λειτουργούσε και κατά την περίοδο των Λουζινιάν, εξυπηρετώντας τις λατρευτικές ανάγκες της Ορθόδοξης κοινότητας.
Κάστρο Κερύνειας
Το κάστρο στην κατεχόμενη Κερύνεια πρέπει να υπήρχε μαζί με την εντός των τειχών πόλη της Κερύνειας κατά την περίοδο των πρώτων Αραβικών επιδρομών στα μέσα του 7ου αι. μ. Χ. Από το Βυζαντινό κάστρο σώζονται διάφορα τμήματα στην αυλή και αλλού, που είχαν ενσωματωθεί στις επεκτάσεις των Λουζινιανών. Είναι σε αυτό το Πρωτοβυζαντινό κάστρο που έστειλε την οικογένεια και τους θησαυρούς του ο Ισαάκιος Κομνηνός κατά την εκστρατεία του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου το 1191. Διατηρείται στο κάστρο Βυζαντινό Παρεκκλήσι που είναι κτίριο του 12ου αι με τρούλο (συντηρημένος) στηριζόμενος σε τέσσερις μαρμάρινους κίονες οι οποίοι μαζί με τα κιονόκρανά τους, πρέπει να ανήκαν σε πρωιμότερο κτίριο. Στο χώρο του παρεκκλησιού πιθανόν να υπήρχε παλιότερη Πρωτοβυζαντινή βασιλική. Το παρεκκλήσι, το οποίο βρίσκεται εκτός του κυρίου συγκροτήματος του κάστρου πιθανόν να λειτουργούσε και κατά την περίοδο των Λουζινιάν, εξυπηρετώντας τις λατρευτικές ανάγκες της Ορθόδοξης κοινότητας.
Κάστρο Κερύνειας: Βυζαντινή
βασιλική
Στα τέλη του 13ου αι το Κάστρο έτυχε μεγάλων διαρρυθμίσεων και επεκτάσεων. Κατά την εποχή των Λουζινιάν το κάστρο απέκτησε ορθογώνια κάτοψη με τετράγωνους πύργους στις γωνίες (σήμερα σώζονται δύο πύργοι). Τα διάφορα κτίρια ήταν κτισμένα κατά μήκος των τεσσάρων εσωτερικών πλευρών του κάστρου του οποίου η είσοδος βρισκόταν στο δυτικό τοίχο. Τότε είναι που ξανακτίστηκαν η βόρεια και η ανατολική πτέρυγα και προστέθηκε ένα μεγάλο τείχος στα νότια. Τα τμήματα που χρονολογούνται στη φράγκικη περίοδο σώζονται κυρίως στη δυτική και την ανατολική πτέρυγα. Το κτίσμα της εισόδου είναι του 14ου αι και πιθανόν να αντικατέστησε το αρχικό Βυζαντινό. Αποτελείται από μια μόνο πύλη η οποία όμως είναι ενισχυμένη με κιγκλίδωμα. Το οικόσημα που βρίσκονται πάνω από την πύλη είναι μεσαιωνικά αλλά είναι σε δεύτερη χρήση. Στην περιοχή αυτή βρίσκεται και ο τάφος του Sadik Pasha, διοικητή του Οθωμανικού ναυτικού, ο οποίος πέθανε το Σεπτέμβριο του 1570 κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης.
Κάστρο Κερύνειας: Πύλη εισόδου
Στο ισόγειο της δυτικής πτέρυγας υπάρχουν μακρόστενες θολωτές αίθουσες οι οποίες πιθανόν να χρησιμοποιούνταν από τους Λουζινιάν ως φυλακές. Στον όροφο διατηρείται μεγάλη αίθουσα με τέσσερα σταυροθόλια, χωρισμένα με εγκάρσια τόξα και πάνω από την αίθουσα αυτή υπήρχε και δεύτερος όροφος (σώζονται μόνο τα ίχνη του) όπου πρέπει να υπήρχαν τα βασιλικά διαμερίσματα.
Κάστρο Κερύνειας: Αεροφωτογραφία
Κατά την Ενετική περίοδο (1489 – 1570/71) το κάστρο προσαρμόστηκε για να ανταπεξέλθει στις νέες πολεμικές μεθόδους όπως για παράδειγμα στη χρήση κανονιών. Το 1544 ξανακτίστηκε το δυτικό τείχος και προστέθηκαν τεράστιοι πύργοι με μεγάλο αριθμό πυροβολείων. Το 1560 κτίστηκε μεγάλος ορθογώνιος προμαχώνας στη νοτιοδυτική γωνία και περιλαμβάνει στο εσωτερικό του, σε τρία επίπεδα, κεντρικές αίθουσες που επικοινωνούν με οπλαποθήκες. Επίσης οι Βενετοί έκαναν μεγάλες επιχώσεις κατά μήκος του νότιου τείχους, για να δημιουργηθεί πλατιά έπαλξη. Όμως οι Βενετοί, γνωρίζοντας ότι η Κύπρος επρόκειτο να δεχτεί επίθεση από τους Οθωμανούς, και ενώ είχαν ετοιμάσει σχέδια για νέες τροποποιήσεις, δεν τις πραγματοποίησαν ποτέ αφού στις 14 Σεπτεμβρίου 1570 παρέδωσαν το κάστρο στον Οθωμανό διοικητή χωρίς να προβάλουν αντίσταση.
Στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης το κάστρο το χρησιμοποιούσε το οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα που στάθμευε στην πόλη και οι υπόλοιποι Οθωμανοί που εγκαταστάθηκαν εκεί για περισσότερη ασφάλεια.
Με το πέρασμα του νησιού στους Βρετανούς το κάστρο χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φυλακή και έπειτα, μέχρι το 1950 ως κέντρο εκπαίδευσης της αστυνομίας. Το 1950 υπήχθη στη δικαιοδοσία του Τμήματος Αρχαιοτήτων ως Αρχαίο Μνημείο και τότε ξεκίνησε και η συντήρησή του. Το 1955 όμως χρησιμοποιήθηκε ξανά από τις βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας ως κρατητήριο μελών της ΕΟΚΑ. Το 1959 παραδόθηκε και πάλι στο Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου.
Κάστρο Κερύνειας: Σχέδιο κάτοψης
Το Καράβι της Κερύνειας
Αρχαίο καράβι Κερύνειας
Αρχαίο καράβι Κερύνειας
Το αρχαίο καράβι είχε μήκος 14,75 μέτρα και πλάτος 4,30 μέτρα και ταξίδευε από τα νησιά του Αιγαίου ή τα παράλια της Ιωνίας και έφτανε μέχρι την Κύπρο και πιθανόν και τη Συρία. Το καράβι ταξίδευε στα μέσα του 4ου αι. π. Χ. περίπου, κατά την εποχή δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.
Η μοναδικότητα του καραβιού της Κερύνειας έγκειται στο ότι είναι ίσως το καλύτερα διατηρημένο καράβι του τέλους της κλασικής περιόδου του ελληνικού πολιτισμού που έχει βρεθεί. Κάτω από το φορτίο των αμφορέων και το προστατευτικό στρώμα της άμμου, διατηρήθηκε το 75% του ξύλινου σκαριού του εμπορικού αυτού καραβιού. Έχουν διατηρηθεί στοιχεία όπως: η καρένα, το πέτσωμα, οι σκαρμοί, η μολυβένια επένδυση κ.ά., που προσφέρουν ανεκτίμητες πληροφορίες σχετικές με τη ναυπηγική κατά την αρχαιότητα.
Από τα σκεύη φαγητού που βρέθηκαν στο αρχαίο ναυάγια (4 μικρά πιάτα, 4 ‘κάνθαροι’ για πόση νερού, 4 δοχεία λαδιού και απομεινάρια από 4 ξύλινα κουτάλια) φαίνεται ότι το καράβι είχε πλήρωμα τεσσάρων ατόμων. Το καράβι ήταν εμπορικό και όταν βούλιαξε κουβαλούσε 404 οξυπύθμενους αμφορείς (Ροδιακοί και Σαμιακοί), κάποιοι από τους οποίους έφεραν σφραγίδες. Επίσης μετέφερε και 29 μυλόπετρες κατασκευασμένες από Αιγιακό ηφαιστειογενές πέτρωμα (από Κω, Νίσυρο κτλ). Οι πέτρες αυτές πιθανόν να χρησιμοποιήθηκαν σαν σαβούρα. Βρέθηκαν επίσης μολύβδινα βαρίδια για δίχτυα, σωροί μόλυβδου και σιδήρου που χρησιμοποιούνταν για επιδιορθώσεις, ένας ξύλινος κόπανος, οκτώ μύτες ακοντίων, επτά χάλκινα νομίσματα (μόνο δύο ήταν δυνατόν να χρονολογηθούν και ανήκουν στην ελληνιστική περίοδο (το ένα 316 – 301 π. Χ. και το άλλο 306 – 294 π. Χ).
Επιπλέον βρέθηκαν υπολείμματα τροφών όπως: 1 κομμάτι σκόρδο, 18 κουκούτσια ελιάς και 14,760 σπόροι σύκου. Μέσα στους αμφορείς βρέθηκαν εξαιρετικά καλά διατηρημένα 10.000 αμύγδαλα που με εργαστηριακή ανάλυση (με τη μέθοδο του «άνθρακα 14») φαίνεται να μαζεύτηκαν το 288± 62 π. Χ. ενώ ύστερα από αναλύσεις της ξυλείας του καραβιού ξέρουμε ότι τα δέντρα είχαν κοπεί γύρω στο 388 π. Χ, δηλαδή 100 χρόνια νωρίτερα.
Το 1982 εξαγγέλθηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης (Ε.Ι.Π.Ν.Π) η απόφαση να κατασκευαστεί πιστό ομοίωμα του αρχαίου καραβιού της Κερύνειας με στόχο τόσο να διατηρηθεί η ελληνική ναυτική παράδοση, όσο και να μελετηθεί η ναυσιπλοΐα και η ναυπηγική των αρχαίων Ελλήνων. Η ναυπήγηση του «Κερύνεια ΙΙ» κράτησε περίπου 32 μήνες και έγινε με τη βοήθεια του Ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού και με εισφορές του Ναυτικού Ομίλου Κερύνειας και ιδιωτών από Ελλάδα και Κύπρο. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1986 το «Κερύνεια ΙΙ» μαζί με τετραμελές εναλλασσόμενο πλήρωμα σάλπαρε από τον Πειραιά για την Κύπρο και στις 2 Οκτωβρίου μπήκε πανηγυρικά στο λιμάνι της Πάφου.
Αρχαίο ναυάγιο Κερύνειας
ΚΑΣΤΡΟ ΒΟΥΦΑΒΕΝΤΟ

Κάστρο Βουφαβέντο
Το κάστρο Βουφαβέντο βρίσκεται στη βόρεια οροσειρά του κατεχόμενου Πενταδάκτυλου σε ύψος 954 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η κορυφή στην οποία είναι κτισμένο το κάστρο αποτελεί τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή της βόρειας οροσειράς και δεσπόζει σχεδόν ολόκληρου του νησιού πλην του νοτιοδυτικού του τμήματος. Η δυσπρόσιτη τοποθεσία του κάστρου και το βραχώδες έδαφος της περιοχής είναι οι παράγοντες που καθόρισαν τη μορφή του συμπλέγματος, περιορίζοντας τις διαστάσεις του αλλά ταυτόχρονα καθιστώντας το ένα από τα αποτελεσματικότερα και πιο απόρθητα παρατηρητήρια του νησιού.
Την ονομασία του τη συναντούμε πρώτη φορά όταν, μετά την ήττα του το 1191, ο Ισαάκιος Κομνηνός αναγκάστηκε να παραδώσει το κάστρο αυτό μαζί με άλλα στο Ριχάρδο Λεοντόκαρδο. Η ονομασία Buffavent πιθανόν να δόθηκε στο κάστρο από τους Φράγκους σε ανάμνηση του φρουρίου Buffavent στα όρη της Σαβοΐας Το Βουφαβέντο ήταν επίσης γνωστό και ως Φρούριο των Λεόντων ή Λεών (του Λιόντα κατά το Λεόντιο Μαχαιρά).
Το κάστρο Βουφαβέντο, όπως και αυτό της Καντάρας και του Αγίου Ιλαρίωνα, κτίστηκε στα τέλη του 11ου – αρχές 12ου αιώνα, σε μια περίοδο που για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Κύπρος είχε μεγάλη στρατιωτική και πολιτική σημασία λόγω της κατάκτησης ολόκληρης σχεδόν της Μ. Ασίας από τους Σελτζούκους. Η έναρξη των σταυροφοριών στα τέλη του 11ου αι. κατέστησε το νησί ακόμη πιο σημαντικό από στρατηγικής άποψης. Τα φρούρια της βόρειας οροσειράς του Πενταδάκτυλου, και ιδιαίτερα το Βουφαβέντο, δέσποζαν της θάλασσας της Κιλικίας και των νότιων Μικρασιατικών παραλιών, και παρακολουθούσαν τις κινήσεις των καραβιών στην περιοχή, μεταδίδοντας ειδήσεις στη Λευκωσία μέσω σημάτων πυρός.
Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στα αρχικά βυζαντινά κτίσματα προστέθηκαν νέοι χώροι και δημιουργήθηκε η σημερινή είσοδος του κάστρου όπως και τα δύο δωμάτια της κάτω ζώνης του χώρου. Το φρούριο κατά την περίοδο αυτή χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό, ως σταθμός σήμανσης και κυρίως ως φυλακή.
Όπως και τα υπόλοιπα κάστρα στην ίδια οροσειρά, έτσι και το Βουφαβέντο καταστράφηκε από τους Βενετούς στις αρχές του 16ου αι. (μετά το 1529) στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν την άμυνα της Λευκωσίας και των παραλίων και να εμποδίσουν εχθρικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τα οχυρά. Κατά τις παραμονές της Οθωμανικής εισβολής, το 1570, ο Astorre Baglione, ο οποίος προετοίμαζε την άμυνα της Λευκωσίας φέρεται να έστειλε στο κάστρο όσους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν.
Η διαμόρφωση του κάστρου έγινε με βάση τη φυσική διάπλαση του εδάφους και αποτελείται από τρεις ζώνες:
Η χαμηλότερη ζώνη περιλαμβάνει μια μεγάλη δεξαμενή και τα κατάλοιπα μεγάλης αίθουσας που πιθανόν να λειτουργούσε ως στάβλος έξω από το φρούριο.
Η επόμενη ζώνη περιλαμβάνει την είσοδο του φρουρίου με το οξυκόρυφο τόξο, η οποία ανακατασκευάστηκε από τους Φράγκους και βρίσκεται στον ανατολικό τοίχο ενός διώροφου πύργου του οποίου σήμερα σώζεται μόνο το ισόγειο που καλύπτεται με σταυροθόλιο. Στα δυτικά της εισόδου βρίσκεται ένα κτιριακό σύμπλεγμα της εποχής των Λουζινιάν το οποίο περιλαμβάνει ένα καμαροσκέπαστο δωμάτιο και δύο άλλα δωμάτια εν μέρει λαξευμένα στο φυσικό βράχο. Επίσης υπάρχει και μεγάλη καμαροσκέπαστη αίθουσα με δύο δεξαμενές στο δάπεδό της. Στην ίδια περιοχή, τοποθετημένα εκατέρωθεν της λίθινης κλίμακας, υπάρχουν μικρά καμαροσκέπαστα δωμάτια που πιθανόν να λειτουργούσαν ως οπλοστάσια. Στη νοτιοδυτική πλευρά του φρουρίου βρίσκεται διώροφο κτίριο της Βυζαντινής περιόδου που αποτελείται από τρεις ορθογώνιες αίθουσες.
Ακολουθώντας μια κλίμακα που είναι εν μέρει λαξευμένη στο φυσικό βράχο, φτάνει κανείς στη ψηλότερη ζώνη που περιλαμβάνει τρία κτιριακά συγκροτήματα. Στο κέντρο της ζώνης αυτής βρίσκεται ένα ορθογώνιο κτίριο της εποχής των Λουζινιάν το οποίο είναι καλυμμένο με σταυροθόλια και λειτουργούσε ίσως ως παρεκκλήσι. Στα δυτικά απλώνεται σειρά από τέσσερα δωμάτια που ανήκουν στη βυζαντινή φάση του κάστρου. Στο δάπεδο του μεγαλύτερου δωματίου υπάρχουν δύο δεξαμενές που συγκέντρωναν το νερό της βροχής που έτρεχε από την επίπεδη στέγη μέσω κάθετων υδροσωλήνων. Δεξαμενή υπάρχει και στο δεύτερο δωμάτιο και μια τρίτη (υπαίθρια) δεξαμενή βρίσκεται έξω από το βόρειο περίβολο του κάστρου. Ο βόρειος τοίχος των δωματίων αυτών προεκτείνεται προς τα δυτικά και περιλαμβάνει στενή εξέδρα από την οποία πιθανόν να μεταδίδονταν τα σήματα πυρός προς τη Λευκωσία και την Κερύνεια.
Κάστρο Βουφαβέντο
Το κάστρο Βουφαβέντο βρίσκεται στη βόρεια οροσειρά του κατεχόμενου Πενταδάκτυλου σε ύψος 954 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η κορυφή στην οποία είναι κτισμένο το κάστρο αποτελεί τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή της βόρειας οροσειράς και δεσπόζει σχεδόν ολόκληρου του νησιού πλην του νοτιοδυτικού του τμήματος. Η δυσπρόσιτη τοποθεσία του κάστρου και το βραχώδες έδαφος της περιοχής είναι οι παράγοντες που καθόρισαν τη μορφή του συμπλέγματος, περιορίζοντας τις διαστάσεις του αλλά ταυτόχρονα καθιστώντας το ένα από τα αποτελεσματικότερα και πιο απόρθητα παρατηρητήρια του νησιού.
Την ονομασία του τη συναντούμε πρώτη φορά όταν, μετά την ήττα του το 1191, ο Ισαάκιος Κομνηνός αναγκάστηκε να παραδώσει το κάστρο αυτό μαζί με άλλα στο Ριχάρδο Λεοντόκαρδο. Η ονομασία Buffavent πιθανόν να δόθηκε στο κάστρο από τους Φράγκους σε ανάμνηση του φρουρίου Buffavent στα όρη της Σαβοΐας Το Βουφαβέντο ήταν επίσης γνωστό και ως Φρούριο των Λεόντων ή Λεών (του Λιόντα κατά το Λεόντιο Μαχαιρά).
Το κάστρο Βουφαβέντο, όπως και αυτό της Καντάρας και του Αγίου Ιλαρίωνα, κτίστηκε στα τέλη του 11ου – αρχές 12ου αιώνα, σε μια περίοδο που για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Κύπρος είχε μεγάλη στρατιωτική και πολιτική σημασία λόγω της κατάκτησης ολόκληρης σχεδόν της Μ. Ασίας από τους Σελτζούκους. Η έναρξη των σταυροφοριών στα τέλη του 11ου αι. κατέστησε το νησί ακόμη πιο σημαντικό από στρατηγικής άποψης. Τα φρούρια της βόρειας οροσειράς του Πενταδάκτυλου, και ιδιαίτερα το Βουφαβέντο, δέσποζαν της θάλασσας της Κιλικίας και των νότιων Μικρασιατικών παραλιών, και παρακολουθούσαν τις κινήσεις των καραβιών στην περιοχή, μεταδίδοντας ειδήσεις στη Λευκωσία μέσω σημάτων πυρός.
Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στα αρχικά βυζαντινά κτίσματα προστέθηκαν νέοι χώροι και δημιουργήθηκε η σημερινή είσοδος του κάστρου όπως και τα δύο δωμάτια της κάτω ζώνης του χώρου. Το φρούριο κατά την περίοδο αυτή χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό, ως σταθμός σήμανσης και κυρίως ως φυλακή.
Όπως και τα υπόλοιπα κάστρα στην ίδια οροσειρά, έτσι και το Βουφαβέντο καταστράφηκε από τους Βενετούς στις αρχές του 16ου αι. (μετά το 1529) στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν την άμυνα της Λευκωσίας και των παραλίων και να εμποδίσουν εχθρικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν τα οχυρά. Κατά τις παραμονές της Οθωμανικής εισβολής, το 1570, ο Astorre Baglione, ο οποίος προετοίμαζε την άμυνα της Λευκωσίας φέρεται να έστειλε στο κάστρο όσους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν.
Η διαμόρφωση του κάστρου έγινε με βάση τη φυσική διάπλαση του εδάφους και αποτελείται από τρεις ζώνες:
Η χαμηλότερη ζώνη περιλαμβάνει μια μεγάλη δεξαμενή και τα κατάλοιπα μεγάλης αίθουσας που πιθανόν να λειτουργούσε ως στάβλος έξω από το φρούριο.
Η επόμενη ζώνη περιλαμβάνει την είσοδο του φρουρίου με το οξυκόρυφο τόξο, η οποία ανακατασκευάστηκε από τους Φράγκους και βρίσκεται στον ανατολικό τοίχο ενός διώροφου πύργου του οποίου σήμερα σώζεται μόνο το ισόγειο που καλύπτεται με σταυροθόλιο. Στα δυτικά της εισόδου βρίσκεται ένα κτιριακό σύμπλεγμα της εποχής των Λουζινιάν το οποίο περιλαμβάνει ένα καμαροσκέπαστο δωμάτιο και δύο άλλα δωμάτια εν μέρει λαξευμένα στο φυσικό βράχο. Επίσης υπάρχει και μεγάλη καμαροσκέπαστη αίθουσα με δύο δεξαμενές στο δάπεδό της. Στην ίδια περιοχή, τοποθετημένα εκατέρωθεν της λίθινης κλίμακας, υπάρχουν μικρά καμαροσκέπαστα δωμάτια που πιθανόν να λειτουργούσαν ως οπλοστάσια. Στη νοτιοδυτική πλευρά του φρουρίου βρίσκεται διώροφο κτίριο της Βυζαντινής περιόδου που αποτελείται από τρεις ορθογώνιες αίθουσες.
Ακολουθώντας μια κλίμακα που είναι εν μέρει λαξευμένη στο φυσικό βράχο, φτάνει κανείς στη ψηλότερη ζώνη που περιλαμβάνει τρία κτιριακά συγκροτήματα. Στο κέντρο της ζώνης αυτής βρίσκεται ένα ορθογώνιο κτίριο της εποχής των Λουζινιάν το οποίο είναι καλυμμένο με σταυροθόλια και λειτουργούσε ίσως ως παρεκκλήσι. Στα δυτικά απλώνεται σειρά από τέσσερα δωμάτια που ανήκουν στη βυζαντινή φάση του κάστρου. Στο δάπεδο του μεγαλύτερου δωματίου υπάρχουν δύο δεξαμενές που συγκέντρωναν το νερό της βροχής που έτρεχε από την επίπεδη στέγη μέσω κάθετων υδροσωλήνων. Δεξαμενή υπάρχει και στο δεύτερο δωμάτιο και μια τρίτη (υπαίθρια) δεξαμενή βρίσκεται έξω από το βόρειο περίβολο του κάστρου. Ο βόρειος τοίχος των δωματίων αυτών προεκτείνεται προς τα δυτικά και περιλαμβάνει στενή εξέδρα από την οποία πιθανόν να μεταδίδονταν τα σήματα πυρός προς τη Λευκωσία και την Κερύνεια.
Κάστρο Βουφαβέντο
ΑΒΒΑΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΛΑ ΠΑΙΣ

Αββαείο Πέλλα Παϊς
Το Αββαείο του Πέλλα Πάϊς βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό στην επαρχία Κερύνειας στην κατεχόμενη Κύπρο. Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά εναπομείναντα μνημεία Γοτθικής μοναστικής αρχιτεκτονικής στην ανατολική Μεσόγειο. Είναι κτισμένο πάνω σε ένα φυσικό βραχώδη γκρεμό του οποίου η βόρεια άκρη έχει κατακόρυφη κλίση πάνω από 100 πόδια, παρέχοντας έτσι εξαιρετικές συνθήκες προστασίας από την πλευρά αυτή. Στη νότια πλευρά, προς το λόφο, και στα δυτικά φαίνεται ότι είχε ανοιχτεί μια τεχνητή τάφρος η οποία περιέβαλλε το οχυρωματικό τείχος που προστάτευε το αβαείο. Οι πρώτες πηγές αναφέρουν το αββαείο ως κτίριο Αυγουστινιανών κανόνων το οποίο ιδρύθηκε από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ, προφανώς τον Aimery de Lusignan ο οποίος βασίλευσε από το 1198 μέχρι το 1205.
Κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του το αββαείο αναφέρεται ως ‘Επισκοπία’ ή ‘Πισκοπιά’. Το όνομα αυτό πιθανόν να υποδηλώνει ότι το κτίριο κτίστηκε πάνω από τα θεμέλια της κατοικίας του Έλληνα επισκόπου της Κερύνειας (Επισκοπή). Ο επίσκοπος ίσως να κατέφυγε στο μέρος αυτό με τις Αραβικές επιδρομές (648 – 965). Η ονομασία ‘Επισκοπία’ υποκαταστάθηκε αργότερα με την ονομασία ‘Lapais’ και μετά από παραφθορά της λέξης αυτής κατά το 16ο αι., το αβαείο πήρε τη σημερινή του ονομασία.
Με την Οθωμανική κατάκτηση του 1570, οι Οθωμανοί κατέλαβαν το αββαείο και την περιουσία του αλλά επέτρεψαν στους ορθόδοξους πιστούς να τελούν τις λειτουργίες τους στην εκκλησία του αβαείου.
Εκτός από κάποιες μικρές αλλαγές που έγιναν στο χώρο της εκκλησίας για να μπορέσει ο ναός να λειτουργεί ως ορθόδοξος (π.χ. σύγχρονο εικονοστάσι), η εκκλησία του αββαείου διατηρείται στην αρχική της μορφή. Το ιερό είναι τετραγωνισμένο και υπάρχουν δύο κλίτη. Εντύπωση προκαλούν οι αψίδες στο εσωτερικό του ναού οι οποίες καταλήγουν στις κίονες που στηρίζουν τις στέγες των κλιτών. Τα κιονόκρανα των κολόνων χρονολογούνται στο 13ο αι. και ακολουθούν Φράγκικη τεχνοτροπία. Η ψηλότερη σειρά των παραθύρων βρίσκεται ακριβώς πάνω από τις κεντρικές αψίδες αφού τα κλίτη στεγάζονται με επίπεδες οροφές οι οποίες δίνουν στο εσωτερικό του κτιρίου μια συμπιεσμένη όψη η οποία δεν είναι συνηθισμένη στα Γοτθικά κτίρια της Ευρώπης. Στο νότιο τοίχο του ιερού διακρίνονται τα ίχνη τετράγωνου γραπτού μεταλλίου που απεικονίζει την προτομή του Αγίου Ιακώβου και χρονολογείται στο 14ο αι.
Το περιστύλιο του αβαείου είναι κτίσμα του 14ου αι., νεότερο δηλαδή από την εκκλησία. Σήμερα το περιστύλιο διατηρείται ολόκληρο εκτός από την δυτική του πλευρά. Το κτίριο κοσμείται με σκαλισμένα φυτικά μοτίβα, ανθρώπινες μορφές και μορφές ζώων. Στην βορειδυτική γωνία υπάρχει μαρμάρινη λεκάνη στην οποία βρίσκεται ενσωματωμένη μια σκαλισμένη μαρμάρινη σαρκοφάγος του 2ου αι. μ. Χ.
Πίσω από τη μαρμάρινη λεκάνη ανοίγεται η είσοδος που οδηγεί στην τραπεζαρία. Το υπέρθυρο της εισόδου φέρει χαραγμένα οικόσημα. Η τραπεζαρία είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο με καμάρες και αποτελείται από έξι διαμερίσματα (bays). Στους τοίχους της τραπεζαρίας διατηρούνται ακόμη τα ίχνη των θρανίων. Στον ανατολικό τοίχο υπήρχε κάθισμα σε ψηλότερο επίπεδο από τα υπόλοιπα, και πιθανόν σε αυτό να καθόταν ο Ηγούμενος του αβαείου. Στα δυτικά βρίσκεται η κουζίνα και στο βόρειο τοίχο μια μικρή κλίμακα οδηγεί σε έναν μικρό άμβωνα από τον οποίο διαβάζονταν κατά τη διάρκεια των γευμάτων αποσπάσματα από τις Γραφές.
Στα ανατολικά του περιστυλίου βρίσκεται η κρύπτη των κοιτώνων όπου πιθανόν η κοινότητα του αβαείου να εργαζόταν. Στο χώρο αυτό σχεδόν κάθε πέτρα φέρει χαραγμένο το όνομα του χτίστη που την έκοψε. Ενωμένο με την νότια όψη της κρύπτης βρίσκεται το κτίριο όπου κάθε πρωί διαβάζονταν οι εκκλησιαστικοί κανόνες. Η κεντρική μαρμάρινη κολόνα και το κιονόκρανο τα οποία στήριζαν την αψίδα του κτιρίου πιθανόν να μεταφέρθηκαν από κάποια Πρωτοχριστιανική εκκλησία. Στα νότια του περιστυλίου υπάρχει κλίμακα που οδηγεί στους κοιτώνες οι οποίοι διατηρούνται αποσπασματικά και κτιστήκαν από τον Ενρίκο Δ’. Στο δεύτερο αυτό όροφο οι κοιτώνες κατελάμβαναν όλο το μήκος του δωματίου των κανόνων και της κρύπτης. Σήμερα διατηρείται μόνο ο δυτικός τους τοίχος.
Στα δυτικά του περιστυλίου, ανασκαφικές έρευνες απεκάλυψαν τα κατάλοιπα μακρόστενου κτίσματος που λειτουργούσε ως κελάρι (cellarium). Το κτίσμα αυτό ήταν διώροφο και εκεί λάμβαναν χώρα οι δραστηριότητες οικιακής οικονομίας. Στα δυτικά του κελαριού απλωνόταν η αυλή της κουζίνας ενώ πιο βόρεια βρισκόταν τα κτίρια της κουζίνας. Μεταξύ της κουζίνας και της τραπεζαρίας διακρίνονται τα κατάλοιπα σειράς αποχωρητηρίων. Μεταξύ της κουζίνας και της τραπεζαρίας και στο βόρειο άκρο του κελαριού μια λίθινη κλίμακα οδηγεί σε υπόγεια κρύπτη. Η κρύπτη βρίσκεται κάτω από την τραπεζαρία και πρόκειται για αψιδωτό κτίσμα, χωρισμένο σε δύο ευρύχωρα δωμάτια στα οποία φυλασσόταν το ελαιόλαδο και τα άλλα αγροτικά προϊόντα που παρήγαγε το αβαείο.
Αββαείο Πέλλα Παϊς
Το Αββαείο του Πέλλα Πάϊς βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό στην επαρχία Κερύνειας στην κατεχόμενη Κύπρο. Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά εναπομείναντα μνημεία Γοτθικής μοναστικής αρχιτεκτονικής στην ανατολική Μεσόγειο. Είναι κτισμένο πάνω σε ένα φυσικό βραχώδη γκρεμό του οποίου η βόρεια άκρη έχει κατακόρυφη κλίση πάνω από 100 πόδια, παρέχοντας έτσι εξαιρετικές συνθήκες προστασίας από την πλευρά αυτή. Στη νότια πλευρά, προς το λόφο, και στα δυτικά φαίνεται ότι είχε ανοιχτεί μια τεχνητή τάφρος η οποία περιέβαλλε το οχυρωματικό τείχος που προστάτευε το αβαείο. Οι πρώτες πηγές αναφέρουν το αββαείο ως κτίριο Αυγουστινιανών κανόνων το οποίο ιδρύθηκε από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ, προφανώς τον Aimery de Lusignan ο οποίος βασίλευσε από το 1198 μέχρι το 1205.
Κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του το αββαείο αναφέρεται ως ‘Επισκοπία’ ή ‘Πισκοπιά’. Το όνομα αυτό πιθανόν να υποδηλώνει ότι το κτίριο κτίστηκε πάνω από τα θεμέλια της κατοικίας του Έλληνα επισκόπου της Κερύνειας (Επισκοπή). Ο επίσκοπος ίσως να κατέφυγε στο μέρος αυτό με τις Αραβικές επιδρομές (648 – 965). Η ονομασία ‘Επισκοπία’ υποκαταστάθηκε αργότερα με την ονομασία ‘Lapais’ και μετά από παραφθορά της λέξης αυτής κατά το 16ο αι., το αβαείο πήρε τη σημερινή του ονομασία.
Με την Οθωμανική κατάκτηση του 1570, οι Οθωμανοί κατέλαβαν το αββαείο και την περιουσία του αλλά επέτρεψαν στους ορθόδοξους πιστούς να τελούν τις λειτουργίες τους στην εκκλησία του αβαείου.
Εκτός από κάποιες μικρές αλλαγές που έγιναν στο χώρο της εκκλησίας για να μπορέσει ο ναός να λειτουργεί ως ορθόδοξος (π.χ. σύγχρονο εικονοστάσι), η εκκλησία του αββαείου διατηρείται στην αρχική της μορφή. Το ιερό είναι τετραγωνισμένο και υπάρχουν δύο κλίτη. Εντύπωση προκαλούν οι αψίδες στο εσωτερικό του ναού οι οποίες καταλήγουν στις κίονες που στηρίζουν τις στέγες των κλιτών. Τα κιονόκρανα των κολόνων χρονολογούνται στο 13ο αι. και ακολουθούν Φράγκικη τεχνοτροπία. Η ψηλότερη σειρά των παραθύρων βρίσκεται ακριβώς πάνω από τις κεντρικές αψίδες αφού τα κλίτη στεγάζονται με επίπεδες οροφές οι οποίες δίνουν στο εσωτερικό του κτιρίου μια συμπιεσμένη όψη η οποία δεν είναι συνηθισμένη στα Γοτθικά κτίρια της Ευρώπης. Στο νότιο τοίχο του ιερού διακρίνονται τα ίχνη τετράγωνου γραπτού μεταλλίου που απεικονίζει την προτομή του Αγίου Ιακώβου και χρονολογείται στο 14ο αι.
Το περιστύλιο του αβαείου είναι κτίσμα του 14ου αι., νεότερο δηλαδή από την εκκλησία. Σήμερα το περιστύλιο διατηρείται ολόκληρο εκτός από την δυτική του πλευρά. Το κτίριο κοσμείται με σκαλισμένα φυτικά μοτίβα, ανθρώπινες μορφές και μορφές ζώων. Στην βορειδυτική γωνία υπάρχει μαρμάρινη λεκάνη στην οποία βρίσκεται ενσωματωμένη μια σκαλισμένη μαρμάρινη σαρκοφάγος του 2ου αι. μ. Χ.
Πίσω από τη μαρμάρινη λεκάνη ανοίγεται η είσοδος που οδηγεί στην τραπεζαρία. Το υπέρθυρο της εισόδου φέρει χαραγμένα οικόσημα. Η τραπεζαρία είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο με καμάρες και αποτελείται από έξι διαμερίσματα (bays). Στους τοίχους της τραπεζαρίας διατηρούνται ακόμη τα ίχνη των θρανίων. Στον ανατολικό τοίχο υπήρχε κάθισμα σε ψηλότερο επίπεδο από τα υπόλοιπα, και πιθανόν σε αυτό να καθόταν ο Ηγούμενος του αβαείου. Στα δυτικά βρίσκεται η κουζίνα και στο βόρειο τοίχο μια μικρή κλίμακα οδηγεί σε έναν μικρό άμβωνα από τον οποίο διαβάζονταν κατά τη διάρκεια των γευμάτων αποσπάσματα από τις Γραφές.
Στα ανατολικά του περιστυλίου βρίσκεται η κρύπτη των κοιτώνων όπου πιθανόν η κοινότητα του αβαείου να εργαζόταν. Στο χώρο αυτό σχεδόν κάθε πέτρα φέρει χαραγμένο το όνομα του χτίστη που την έκοψε. Ενωμένο με την νότια όψη της κρύπτης βρίσκεται το κτίριο όπου κάθε πρωί διαβάζονταν οι εκκλησιαστικοί κανόνες. Η κεντρική μαρμάρινη κολόνα και το κιονόκρανο τα οποία στήριζαν την αψίδα του κτιρίου πιθανόν να μεταφέρθηκαν από κάποια Πρωτοχριστιανική εκκλησία. Στα νότια του περιστυλίου υπάρχει κλίμακα που οδηγεί στους κοιτώνες οι οποίοι διατηρούνται αποσπασματικά και κτιστήκαν από τον Ενρίκο Δ’. Στο δεύτερο αυτό όροφο οι κοιτώνες κατελάμβαναν όλο το μήκος του δωματίου των κανόνων και της κρύπτης. Σήμερα διατηρείται μόνο ο δυτικός τους τοίχος.
Στα δυτικά του περιστυλίου, ανασκαφικές έρευνες απεκάλυψαν τα κατάλοιπα μακρόστενου κτίσματος που λειτουργούσε ως κελάρι (cellarium). Το κτίσμα αυτό ήταν διώροφο και εκεί λάμβαναν χώρα οι δραστηριότητες οικιακής οικονομίας. Στα δυτικά του κελαριού απλωνόταν η αυλή της κουζίνας ενώ πιο βόρεια βρισκόταν τα κτίρια της κουζίνας. Μεταξύ της κουζίνας και της τραπεζαρίας διακρίνονται τα κατάλοιπα σειράς αποχωρητηρίων. Μεταξύ της κουζίνας και της τραπεζαρίας και στο βόρειο άκρο του κελαριού μια λίθινη κλίμακα οδηγεί σε υπόγεια κρύπτη. Η κρύπτη βρίσκεται κάτω από την τραπεζαρία και πρόκειται για αψιδωτό κτίσμα, χωρισμένο σε δύο ευρύχωρα δωμάτια στα οποία φυλασσόταν το ελαιόλαδο και τα άλλα αγροτικά προϊόντα που παρήγαγε το αβαείο.
Αββαείο Πέλλα Παϊς
ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΒΟΥΝΙΟΥ

Ανάκτορο Βουνίου
Το ανάκτορο του Βουνίου βρίσκεται περίπου 4 χιλιόμετρα δυτικά της αρχαίας πόλης των Σόλων στο δυτικό τμήμα της βόρειας ακτής του νησιού. Είναι κτισμένο στην κορυφή ενός επιβλητικού λόφου. Οι ανασκαφές στο Βουνί έγιναν από τη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή το 1928 – 1929, υπό τη διεύθυνση του Εinar Gjerstad.
Η ανοικοδόμηση του παλατιού ξεκίνησε γύρω στο 500 π. Χ. και καταστράφηκε από πυρκαγιά στις αρχές του 4ου αι. π. Χ. χωρίς να ξανακτιστεί. Μετά από εξέταση της αρχιτεκτονικής και της κεραμικής του χώρου, οι ανασκαφείς διαπίστωσαν ότι στο παλάτι διακρίνονται τέσσερις οικοδομικές φάσεις.
Κατά τη δεύτερη περίοδο ανοικοδόμησης το παλάτι επεκτάθηκε με την προσθήκη νέων δωματίων αλλά ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας παρέμεινε ο ίδιος με την πρώτη φάση του κτιρίου. Κατά την τρίτη οικοδομική φάση το παλάτι πήρε την οριστική του μορφή η οποία διαφέρει από αυτήν της πρώτης φάσης. Κατά την τέταρτη φάση έγιναν κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες στο χώρο χωρίς όμως να αλλοιώνουν το σχέδιο της τρίτης φάσης.
Η πρώτη φάση του Παλατιού χαρακτηρίζεται έντονα από Ανατολικά αρχιτεκτονικά στοιχεία με την τριμερή οργάνωση των επίσημων διαμερισμάτων. Αυτό ίσως να οφείλεται στα ιστορικά γεγονότα της εποχής αφού το 499 π. Χ., το βασίλειο των Σόλων συμμετείχε στην εξέγερση των κυπριακών βασιλείων εναντίον των Περσών κατακτητών. Μετά από πολιορκία πέντε μηνών οι Πέρσες κατέστειλαν την εξέγερση και είναι τότε που πιθανόν το βασίλειο του Μαρίου (στην περιοχή της σημερινής Πόλης της Χρυσοχούς, επαρχία Πάφου) έκτισε το παλάτι των Σόλων με σκοπό να ελέγχει τη γύρω περιοχή. Το 449 π. Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Κίμωνας κατέλαβε το γειτονικό βασίλειο του Μαρίου, καθαίρεσε τον φίλο-περσικό άρχοντα και τοποθέτησε φιλέλληνα βασιλιά. Κατά την ίδια περίοδο πιθανόν να μετακίνησε και τον άρχοντα στο παλάτι του Βουνίου αφού βλέπουμε ότι τα Ανατολικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του παλατιού αντικαταστάθηκαν με αρχιτεκτονικά στοιχεία προερχόμενα από τον Ελληνικό χώρο. Έτσι, η τριμερής διαρρύθμιση των επίσημων δωματίων άλλαξε και ο κεντρικός χώρος του παλατιού πήρε τη μορφή μεγάρου με Μυκηναϊκά χαρακτηριστικά.
Τόσο το παλάτι όσο και τα άλλα μικρότερα κτίσματα γύρω του (ως επί τω πλείστον ιερά) περιβάλλονταν από τείχος δίνοντας έτσι την εντύπωση οχυρού. Η αρχική είσοδος του παλατιού βρισκόταν στα νοτιοδυτικά. Σε μεταγενέστερο στάδιο όμως η είσοδος αυτή σφραγίστηκε και μετακινήθηκε στα βορειοανατολικά με μια εντυπωσιακή κλίμακα που οδηγούσε σε ορθογώνια εσωτερική αυλή μπροστά από τα επίσημα διαμερίσματα. Τρεις στοές περιέβαλλαν την εσωτερική αυτή αυλή στις τρεις της πλευρές. Τα μεγαλύτερο μέρος της αυλής το κατέβαλλε μια δεξαμενή. Τα ιδιωτικά διαμερίσματα βρίσκονταν γύρω από την αυλή και στη νοτιοανατολική γωνία των διαμερισμάτων υπήρχαν τρία δωμάτια που λειτουργούσαν ως λουτρά.
Στο ανατολικό τμήμα του παλατιού βρισκόταν μια μεγάλη ανοικτή αυλή με δύο σειρές από αποθηκευτικά δωμάτια τα οποία ήταν διώροφα. Προς το μέρος της θάλασσας υπήρχε δεξαμενή με μεγάλο στόμιο η οποία σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση. Οι δεξαμενές ήταν ουσιαστικά στοιχεία στη θέση αυτή αφού το Βουνί δε διέθετε φυσικές πηγές νερού. Στα νοτιοδυτικά η αυλή επικοινωνούσε με την κουζίνα και τους χώρους υπηρεσίας. Στην αυλή των δωματίων της κουζίνας, κάτω από μια ξύλινη κλίμακα που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο του παλατιού, βρέθηκε ο γνωστός θησαυρός του Βουνίου: χρυσά και αργυρά κοσμήματα και νομίσματα. Στα δάπεδα των αποθηκευτικών χώρων διατηρούνται σήμερα τα κωνικά βαθουλώματα τα οποία συγκρατούσαν αποθηκευτικά αγγεία.
Κατά μήκος της βόρειας πλευράς και της νότιας γωνιάς του παλατιού βρίσκεται αριθμός ιερών. Τα ιερά αυτά ήταν απλά ορθογώνια κτίσματα με ανοικτές αυλές και διαφόρων ειδών βωμούς. Το σημαντικότερο ιερό βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του λόφου, στα νότια του παλατιού και έχει ταυτιστεί με ιερό της Αθηνάς. Το ιερό αυτό είχε τη μορφή μεγάλης ορθογώνιας αυλής με αγάλματα. Οι θήκες των αγαλμάτων διατηρούνται μέχρι σήμερα. Στα δεξιά της εισόδου της αυλής βρισκόταν ένας μεγάλος ημικυκλικός βωμός. Το κυρίως ιερό βρισκόταν πίσω από την αυλή, στα δυτικά και περιλάμβανε ένα μικρό ορθογώνιο δωμάτιο στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν τα διάσημα χάλκινα αγάλματα. Στα νοτιοανατολικά του ιερού υπήρχαν τρία παρακείμενα δωμάτια τα οποία λειτουργούσαν ως θησαυροφυλάκια σχεδιασμένα με πρότυπα αυτά των Δελφών. Στα δωμάτια αυτά φυλάσσονταν τα αναθήματα προς τη θεά.
Ανάκτορο Βουνίου
Το ανάκτορο του Βουνίου βρίσκεται περίπου 4 χιλιόμετρα δυτικά της αρχαίας πόλης των Σόλων στο δυτικό τμήμα της βόρειας ακτής του νησιού. Είναι κτισμένο στην κορυφή ενός επιβλητικού λόφου. Οι ανασκαφές στο Βουνί έγιναν από τη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή το 1928 – 1929, υπό τη διεύθυνση του Εinar Gjerstad.
Η ανοικοδόμηση του παλατιού ξεκίνησε γύρω στο 500 π. Χ. και καταστράφηκε από πυρκαγιά στις αρχές του 4ου αι. π. Χ. χωρίς να ξανακτιστεί. Μετά από εξέταση της αρχιτεκτονικής και της κεραμικής του χώρου, οι ανασκαφείς διαπίστωσαν ότι στο παλάτι διακρίνονται τέσσερις οικοδομικές φάσεις.
Κατά τη δεύτερη περίοδο ανοικοδόμησης το παλάτι επεκτάθηκε με την προσθήκη νέων δωματίων αλλά ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας παρέμεινε ο ίδιος με την πρώτη φάση του κτιρίου. Κατά την τρίτη οικοδομική φάση το παλάτι πήρε την οριστική του μορφή η οποία διαφέρει από αυτήν της πρώτης φάσης. Κατά την τέταρτη φάση έγιναν κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες στο χώρο χωρίς όμως να αλλοιώνουν το σχέδιο της τρίτης φάσης.
Η πρώτη φάση του Παλατιού χαρακτηρίζεται έντονα από Ανατολικά αρχιτεκτονικά στοιχεία με την τριμερή οργάνωση των επίσημων διαμερισμάτων. Αυτό ίσως να οφείλεται στα ιστορικά γεγονότα της εποχής αφού το 499 π. Χ., το βασίλειο των Σόλων συμμετείχε στην εξέγερση των κυπριακών βασιλείων εναντίον των Περσών κατακτητών. Μετά από πολιορκία πέντε μηνών οι Πέρσες κατέστειλαν την εξέγερση και είναι τότε που πιθανόν το βασίλειο του Μαρίου (στην περιοχή της σημερινής Πόλης της Χρυσοχούς, επαρχία Πάφου) έκτισε το παλάτι των Σόλων με σκοπό να ελέγχει τη γύρω περιοχή. Το 449 π. Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Κίμωνας κατέλαβε το γειτονικό βασίλειο του Μαρίου, καθαίρεσε τον φίλο-περσικό άρχοντα και τοποθέτησε φιλέλληνα βασιλιά. Κατά την ίδια περίοδο πιθανόν να μετακίνησε και τον άρχοντα στο παλάτι του Βουνίου αφού βλέπουμε ότι τα Ανατολικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του παλατιού αντικαταστάθηκαν με αρχιτεκτονικά στοιχεία προερχόμενα από τον Ελληνικό χώρο. Έτσι, η τριμερής διαρρύθμιση των επίσημων δωματίων άλλαξε και ο κεντρικός χώρος του παλατιού πήρε τη μορφή μεγάρου με Μυκηναϊκά χαρακτηριστικά.
Τόσο το παλάτι όσο και τα άλλα μικρότερα κτίσματα γύρω του (ως επί τω πλείστον ιερά) περιβάλλονταν από τείχος δίνοντας έτσι την εντύπωση οχυρού. Η αρχική είσοδος του παλατιού βρισκόταν στα νοτιοδυτικά. Σε μεταγενέστερο στάδιο όμως η είσοδος αυτή σφραγίστηκε και μετακινήθηκε στα βορειοανατολικά με μια εντυπωσιακή κλίμακα που οδηγούσε σε ορθογώνια εσωτερική αυλή μπροστά από τα επίσημα διαμερίσματα. Τρεις στοές περιέβαλλαν την εσωτερική αυτή αυλή στις τρεις της πλευρές. Τα μεγαλύτερο μέρος της αυλής το κατέβαλλε μια δεξαμενή. Τα ιδιωτικά διαμερίσματα βρίσκονταν γύρω από την αυλή και στη νοτιοανατολική γωνία των διαμερισμάτων υπήρχαν τρία δωμάτια που λειτουργούσαν ως λουτρά.
Στο ανατολικό τμήμα του παλατιού βρισκόταν μια μεγάλη ανοικτή αυλή με δύο σειρές από αποθηκευτικά δωμάτια τα οποία ήταν διώροφα. Προς το μέρος της θάλασσας υπήρχε δεξαμενή με μεγάλο στόμιο η οποία σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση. Οι δεξαμενές ήταν ουσιαστικά στοιχεία στη θέση αυτή αφού το Βουνί δε διέθετε φυσικές πηγές νερού. Στα νοτιοδυτικά η αυλή επικοινωνούσε με την κουζίνα και τους χώρους υπηρεσίας. Στην αυλή των δωματίων της κουζίνας, κάτω από μια ξύλινη κλίμακα που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο του παλατιού, βρέθηκε ο γνωστός θησαυρός του Βουνίου: χρυσά και αργυρά κοσμήματα και νομίσματα. Στα δάπεδα των αποθηκευτικών χώρων διατηρούνται σήμερα τα κωνικά βαθουλώματα τα οποία συγκρατούσαν αποθηκευτικά αγγεία.
Κατά μήκος της βόρειας πλευράς και της νότιας γωνιάς του παλατιού βρίσκεται αριθμός ιερών. Τα ιερά αυτά ήταν απλά ορθογώνια κτίσματα με ανοικτές αυλές και διαφόρων ειδών βωμούς. Το σημαντικότερο ιερό βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του λόφου, στα νότια του παλατιού και έχει ταυτιστεί με ιερό της Αθηνάς. Το ιερό αυτό είχε τη μορφή μεγάλης ορθογώνιας αυλής με αγάλματα. Οι θήκες των αγαλμάτων διατηρούνται μέχρι σήμερα. Στα δεξιά της εισόδου της αυλής βρισκόταν ένας μεγάλος ημικυκλικός βωμός. Το κυρίως ιερό βρισκόταν πίσω από την αυλή, στα δυτικά και περιλάμβανε ένα μικρό ορθογώνιο δωμάτιο στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν τα διάσημα χάλκινα αγάλματα. Στα νοτιοανατολικά του ιερού υπήρχαν τρία παρακείμενα δωμάτια τα οποία λειτουργούσαν ως θησαυροφυλάκια σχεδιασμένα με πρότυπα αυτά των Δελφών. Στα δωμάτια αυτά φυλάσσονταν τα αναθήματα προς τη θεά.
Ανάκτορο Βουνίου: χάλκινο σύμπλεγμα με
λιοντάρια και ταύρο
ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΣΟΛΩΝ

Σόλοι: Θέατρο
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η πόλη των Σόλων κτίστηκε καθ’ υπόδειξη του Σόλωνα, προς τιμή του οποίου δόθηκε στην πόλη το όνομα της. Οι Σόλοι υπήρξαν ένα από τα αρχαία βασίλεια της Κύπρου και το 498 π. Χ. έλαβε μέρος στην εξέγερση εναντίον των Περσών ενώ αργότερα έστειλε βοήθεια στο Μέγα Αλέξανδρο κατά τις εκστρατείες του στην Ανατολή. Η πόλη άκμασε κατά την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και την Πρωτο - Βυζαντινή περίοδο.
Η αρχαία πόλη των Σόλων βρισκόταν στην κορυφή και στις παρυφές λόφου ο οποίος δεσπόζει μια από τις ευφορότερες παραλιακές περιοχές της βορειοδυτικής Κύπρου. Κατά μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου απλώνεται μια γόνιμη κοιλάδα την οποία διατρέχει ποτάμι (Ποταμός του Κάμπου). Στο ανατολικό τμήμα της παράκτιας κοιλάδας επισημάνθηκε το 1927 από τη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή το φυσικό κυκλικό αρχαίο λιμάνι της πόλης.
Η έκταση της αρχαίας πόλης των Σόλων έχει υπολογιστεί αλλά εκτός από το Θέατρο, δεν έχουν αποκαλυφθεί άλλα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Τις ανασκαφές στους Σόλους και στο Βουνί ανέλαβε από το 1927 μέχρι το 1931 η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή. Από το 1965 μέχρι την Τουρκική εισβολή του 1974 στους Σόλους διεξήγαγε έρευνα το Καναδικό Πανεπιστήμιο του Laval, Quebec. Επίσης το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει ανασκάψει αρκετούς τάφους στη γύρω περιοχή των Σόλων.
Το Ρωμαϊκό Θέατρο ανασκάφηκε το 1929 από τη Σουηδική Αποστολή. Χρονολογείται στα τέλη του 2ου αι. ή στις αρχές του 3ου αι. μ. Χ. Το Θέατρο κτίστηκε στη βόρεια πλαγιά λόφου πολύ κοντά στη θάλασσα. Το κοίλο του Θεάτρου, (το οποίο προτού ανασκαφεί ήταν εν μέρει ορατό στο ψηλότερο σημείο της βορειοανατολικής κατωφέρειας του λόφου) ήταν λαξευμένο στο βράχο του λόφου, είχε εξ ολοκλήρου καταστραφεί και ξανακτίστηκε το 1962 – 1964. Το κοίλο έχει διάμετρο 52 μ. και είχε κερκίδες από ασβεστόλιθο. Το ημικύκλιο της ορχήστρας έχει διάμετρο 17 μ. και χωριζόταν από το κοίλο με χαμηλό τοίχο. Το δάπεδο είχε υπόστρωμα από χαλίκια και καλυπτόταν από σκυροκονίαμα. Η σκηνή, η οποία είχε ορθογώνιο σχήμα (36,15 μ. Χ 13,20 μ.) σώζει σήμερα μόνο το υπόβαθρό της. Στο κοίλο έφτανε κανείς μέσω δύο παρόδων οι οποίες οδηγούσαν στην ορχήστρα.
Το 1931 η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή απεκάλυψε στη θέση «Χολάδες» (σε ύψωμα 250 μ. από τη δυτική πύλη των καθορισθέντων τειχών της αρχαίας πόλης) μεγάλο σύμπλεγμα πέντε διαδοχικών ναών οι οποίοι χρονολογούνται από το 250 π. Χ. μέχρι τις αρχές του 4ου αι. μ. Χ. Δύο από τους ναούς ήταν αφιερωμένοι στην Αφροδίτη Ορεία, δύο στη Ίσιδα και ο πέμπτος στο Σέραπη (αρχές 4ου αι. μ. Χ).
Από το 1965 μέχρι το 1974 το Πανεπιστήμιο Laval, Quebec διεξήγαγε συστηματικές ανασκαφές σε διάφορα σημεία της θέσης «Παλαιά Χώρα». Η Αποστολή απεκάλυψε τα κατάλοιπα Παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου. Επίσης ανασκάφηκαν τα κατάλοιπα μεγάλων διαστάσεων πλακόστρωτου χώρου (πιθανόν η Ρωμαϊκή Αγορά της πόλης) και στο κατώτατο άκρο της βόρειας πλευράς του λόφου βρέθηκαν διάφορα κτίρια που ανήκουν σε χρονολογικά διαδοχικές περιόδους. Στην ακρόπολη του λόφου βρέθηκαν μνημειώδεις τοίχοι ενώ στη Νεκρόπολη (η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση στα νοτιοανατολικά της πόλης) βρέθηκαν 28 τάφοι που χρονολογούνται από την Κυπρο – Γεωμετρική μέχρι και την Ύστερο – Κλασσική περίοδο.
Σόλοι: Θέατρο
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η πόλη των Σόλων κτίστηκε καθ’ υπόδειξη του Σόλωνα, προς τιμή του οποίου δόθηκε στην πόλη το όνομα της. Οι Σόλοι υπήρξαν ένα από τα αρχαία βασίλεια της Κύπρου και το 498 π. Χ. έλαβε μέρος στην εξέγερση εναντίον των Περσών ενώ αργότερα έστειλε βοήθεια στο Μέγα Αλέξανδρο κατά τις εκστρατείες του στην Ανατολή. Η πόλη άκμασε κατά την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και την Πρωτο - Βυζαντινή περίοδο.
Η αρχαία πόλη των Σόλων βρισκόταν στην κορυφή και στις παρυφές λόφου ο οποίος δεσπόζει μια από τις ευφορότερες παραλιακές περιοχές της βορειοδυτικής Κύπρου. Κατά μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου απλώνεται μια γόνιμη κοιλάδα την οποία διατρέχει ποτάμι (Ποταμός του Κάμπου). Στο ανατολικό τμήμα της παράκτιας κοιλάδας επισημάνθηκε το 1927 από τη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή το φυσικό κυκλικό αρχαίο λιμάνι της πόλης.
Η έκταση της αρχαίας πόλης των Σόλων έχει υπολογιστεί αλλά εκτός από το Θέατρο, δεν έχουν αποκαλυφθεί άλλα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Τις ανασκαφές στους Σόλους και στο Βουνί ανέλαβε από το 1927 μέχρι το 1931 η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή. Από το 1965 μέχρι την Τουρκική εισβολή του 1974 στους Σόλους διεξήγαγε έρευνα το Καναδικό Πανεπιστήμιο του Laval, Quebec. Επίσης το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει ανασκάψει αρκετούς τάφους στη γύρω περιοχή των Σόλων.
Το Ρωμαϊκό Θέατρο ανασκάφηκε το 1929 από τη Σουηδική Αποστολή. Χρονολογείται στα τέλη του 2ου αι. ή στις αρχές του 3ου αι. μ. Χ. Το Θέατρο κτίστηκε στη βόρεια πλαγιά λόφου πολύ κοντά στη θάλασσα. Το κοίλο του Θεάτρου, (το οποίο προτού ανασκαφεί ήταν εν μέρει ορατό στο ψηλότερο σημείο της βορειοανατολικής κατωφέρειας του λόφου) ήταν λαξευμένο στο βράχο του λόφου, είχε εξ ολοκλήρου καταστραφεί και ξανακτίστηκε το 1962 – 1964. Το κοίλο έχει διάμετρο 52 μ. και είχε κερκίδες από ασβεστόλιθο. Το ημικύκλιο της ορχήστρας έχει διάμετρο 17 μ. και χωριζόταν από το κοίλο με χαμηλό τοίχο. Το δάπεδο είχε υπόστρωμα από χαλίκια και καλυπτόταν από σκυροκονίαμα. Η σκηνή, η οποία είχε ορθογώνιο σχήμα (36,15 μ. Χ 13,20 μ.) σώζει σήμερα μόνο το υπόβαθρό της. Στο κοίλο έφτανε κανείς μέσω δύο παρόδων οι οποίες οδηγούσαν στην ορχήστρα.
Το 1931 η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή απεκάλυψε στη θέση «Χολάδες» (σε ύψωμα 250 μ. από τη δυτική πύλη των καθορισθέντων τειχών της αρχαίας πόλης) μεγάλο σύμπλεγμα πέντε διαδοχικών ναών οι οποίοι χρονολογούνται από το 250 π. Χ. μέχρι τις αρχές του 4ου αι. μ. Χ. Δύο από τους ναούς ήταν αφιερωμένοι στην Αφροδίτη Ορεία, δύο στη Ίσιδα και ο πέμπτος στο Σέραπη (αρχές 4ου αι. μ. Χ).
Από το 1965 μέχρι το 1974 το Πανεπιστήμιο Laval, Quebec διεξήγαγε συστηματικές ανασκαφές σε διάφορα σημεία της θέσης «Παλαιά Χώρα». Η Αποστολή απεκάλυψε τα κατάλοιπα Παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου. Επίσης ανασκάφηκαν τα κατάλοιπα μεγάλων διαστάσεων πλακόστρωτου χώρου (πιθανόν η Ρωμαϊκή Αγορά της πόλης) και στο κατώτατο άκρο της βόρειας πλευράς του λόφου βρέθηκαν διάφορα κτίρια που ανήκουν σε χρονολογικά διαδοχικές περιόδους. Στην ακρόπολη του λόφου βρέθηκαν μνημειώδεις τοίχοι ενώ στη Νεκρόπολη (η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση στα νοτιοανατολικά της πόλης) βρέθηκαν 28 τάφοι που χρονολογούνται από την Κυπρο – Γεωμετρική μέχρι και την Ύστερο – Κλασσική περίοδο.
Σόλοι: Ψηφιδωτό βασιλικής
Τέλος, το 1972 το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανέσκαψε 28 τάφους πάλι στη Νεκρόπολη των Σόλων. Όλοι οι τάφοι έχουν ακανόνιστο κυκλικό σχήμα με ορθογώνιο δρόμο και είναι λαξευμένοι στο φυσικό βράχο. Οι ανασκαφές των τάφων έδειξαν ότι η Νεκρόπολη των Σόλων ήταν σε χρήση από την Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο μέχρι τη Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
